θυμιαστής

θυμιαστής
ο
αυτός που θυμιατίζει, ο κόλακας.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • θυμιαστής — ο [θυμιάζω] 1. αυτός που θυμιάζει, αυτός που θυμιατίζει 2. μτφ. κόλακας …   Dictionary of Greek

  • θυμιατής — ο [θυμιώ] θυμιαστής* …   Dictionary of Greek

  • θυμιατιστής — ο [θυμιατίζω] θυμιαστής …   Dictionary of Greek

  • θυμιατιστής — ο ο θυμιαστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”